Κάδος Ανατύπωσης

Ανάλεκτα του Διαδικτύου

  • «Ανάθεμα σε ξενιτιά εσέ και το καλό σου, μου πήρες το παιδάκι μου και το ‘κανες δικό σου»

  • « OΙΑ ΗΩ Ω ΥΙΕ ΑΕΙ ΕΙ »

  • «Ηττάται αυτός που πολεμάει, όχι αυτός που χαζεύει τον πολεμιστή»

  • Σημαία άγνωστου καπετάνιου την εποχή της Τουρκοκρατίας συμβολίζει την σκλαβωμένη Ελλάδα που αγωνίζεται να ελευθερωθεί!

  • «Μάνα μου Ελλάς»

  • Ειδήσεις στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

  • Κάνε κλικ σε μια ημερομηνία για να δεις τις αναρτήσεις της ημέρας εκείνης

    Δεκέμβριος 2017
    Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
    « Νοέ.   Ιαν. »
     12
    3456789
    10111213141516
    17181920212223
    24252627282930
    31  
  • Παρακαλώ όχι greeklish

    Αν δεν μπορείτε να αποφύγετε τα greeklish μην αγχώνεστε τα σχόλιά σας θα τα μετατρέπουμε εμείς σε Ελληνικά

  • Οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν για να αγαπηθούν. Τα πράγματα δημιουργήθηκαν για να χρησιμοποιηθούν. Ο λόγος που ο κόσμος είναι μέσα σε ένα χάος, είναι γιατί τα πράγματα έχουν αγαπηθεί και οι άνθρωποι έχουν χρησιμοποιηθεί!

  • Τελευταία γίνεται ένας μεγάλος ντόρος σχετικά με τα "ελληνικά προϊόντα" και τα barcodes που έχουν στις συσκευασίες τους, των οποίων barcode αρχίζουν (υποτίθεται) με 520 ή 521. "Λάθος μεγάλο!!!!" ... Κάνε κλικ στην παραπάνω εικόνα για πλήρη ενημέρωση

Τα μελομακάρονα, τα μακαρόνια και ο μακαρίτης. 

Posted by Συλλέκτης Αναλέκτων στο 19/12/2017

Σχετική εικόνα

Τα μελομακάρονα, τα μακαρόνια και ο μακαρίτης.
Υπάρχει ετυμολογική σχέση ανάμεσα τους;
γράφει ο Γιώργος Δαμιανός

Είναι εύκολο να συνδυάσουμε την ετυμολογία του χριστουγεννιάτικου παραδοσιακού γλυκίσματος, του μελομακάρονου, από τις λέξεις μέλι και μακαρόνι . Μην ψάξετε, όμως, να βρείτε ομοιότητα σχήματος ανάμεσα στα μακαρόνια και τα μελομακάρονα. Ψάχνοντας προσεκτικά σε ελληνικά και ξένα  λεξικά  θα βρείτε την εκδοχή ότι η λέξη “μακαρόνι” παράγεται από την μεσ. ελληνική λέξη “μακαρωνία” (νεκρώσιμο δείπνο με βάση τα ζυμαρικά).

Η μακαρωνία με τη σειρά της έρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη “μακαρία”, που δεν ήταν άλλο από την ψυχόπιτα, δηλαδή, ένα κομμάτι άρτου, στο σχήμα του μελομακάρονου, το οποίο το προσέφεραν μετά την κηδεία.

Στους νεότερους χρόνους ένα γλύκισμα που έμοιαζε με τη μακαρία βουτήχτηκε στο μέλι και γι αυτό ονομάστηκε μελομακάρονο.

Οι Ιταλοί, έθνος με παράλληλο πολιτισμό, διατήρησαν τη λέξη μακαρωνία στη λέξη maccarone (μακαρόνι).

Οι Έλληνες συνέχισαν, τουλάχιστον, για τρεις χιλιάδες χρόνια να χρησιμοποιούν λέξεις, όπως: μακάρι, μακάριος, μακαρίτης, μακαριστός και τελευταία, μακαρονάς, μακαρονάδα και άλλα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από το 1500 μ.Χ γίνεται γνωστό στη Γαλλία και αργότερα στην Αγγλία ένα αμυγδαλωτό μπισκότο, κάτι σαν το δικό μας “εργολάβο”, με το όνομα “macaroon”.

πηγές:

Α. Vocabolario Etimologico della Lingua Italiana di Ottorino Pianigiani.

Β. Etymology Dictionary

Origin and Etymology of the word MACARONI, MACCARONI. From An Etymology Dictionary of the English Language, by Walter W. Skeat, 1893

MACARONI, MACCARONI, a paste made of wheat flour. (Ital.,—L.?) ‘He doth learn to make strange sauces, to eat anchovies, maccaroni, bovoli, fagioli, and caviare;’ Ben Jonson, Cynthia’s Revels, A. ii (Mercury). ‘Macaroni, gobbets or lumps of boyled paste,’ &c.; Minsheu, ed. 1627.—O. Ital. maccaroni, ‘a kinde of paste meate boiled in broth, and drest with butter, cheese, and spice;’ Florio. The mod. Ital. spelling is maccheroni, properly the plural of maccherone, used in the sense of a ‘macarone’ biscuit. β. Of somewhat doubtful origin; but prob. to be connected with Gk. μακαρία, a word used by Hesychius to denote βρῶμα ἐκ ζωμοῦ καὶ ἀλφίτων, a mess of broth and pearl-barley, a kind of porridge. This word is derived by Curtius (i. 405) from Gk. μάσσειν, to knead, of which the base is μακ-; cf. Gk. μᾶζα, dough, Russ. muka, flour, meal. γ. Similarly the Ital. macaroni is prob. from O. Ital. maccare, ‘to bruise, to batter, to pester;’ Florio. And, again, the Ital. maccare is from a Lat. base mac-, to knead, preserved in the deriv. macerare, to macerate, reduce to pulp. See Macerate. δ. Thus the orig. sense seems to have been ‘pulp;’ hence anything of a pulpy or pasty nature. Der. Macaron-ic, from F. macaronique, ‘a macaronick, a confused heap or huddle of many severall things’ (Cot.), so named from macaroni, which was orig. a mixed mess, as described by Florio above. The name macaroni, according to Haydn, Dict. of Dates, was given to a poem by Theophilo Folengo (otherwise Merlinus Coccaius) in 1509; macaronic poetry is a kind of jumble, often written in a mixture of languages. And see macaroon.

Γ. Maccaroni – 1590s, from southern It. dialect maccaroni (It. maccheroni), pl. of *maccarone, possibly from maccare “bruise, batter, crush,” of unknown origin, or from late Gk. makaria “food made from barley.” Used after c.1764 to mean “fop, dandy” (the “Yankee Doodle” reference) because it was an exotic dish at a time when certain young men who had traveled the continent were affecting French and Italian fashions and accents. There is said to have been a Macaroni Club in Britain, which was the immediate source of the term.

Ανατύπωση από >>>

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s