Κάδος Ανατύπωσης

Ανάλεκτα του Διαδικτύου

  • «Ανάθεμα σε ξενιτιά εσέ και το καλό σου, μου πήρες το παιδάκι μου και το ‘κανες δικό σου»

  • « OΙΑ ΗΩ Ω ΥΙΕ ΑΕΙ ΕΙ »

  • «Ηττάται αυτός που πολεμάει, όχι αυτός που χαζεύει τον πολεμιστή»

  • Σημαία άγνωστου καπετάνιου την εποχή της Τουρκοκρατίας συμβολίζει την σκλαβωμένη Ελλάδα που αγωνίζεται να ελευθερωθεί!

  • «Μάνα μου Ελλάς»

  • Ειδήσεις στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα

  • Κάνε κλικ σε μια ημερομηνία για να δεις τις αναρτήσεις της ημέρας εκείνης

    Απρίλιος 2012
    Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
    1234567
    891011121314
    15161718192021
    22232425262728
    2930  
  • Παρακαλώ όχι greeklish

    Αν δεν μπορείτε να αποφύγετε τα greeklish μην αγχώνεστε τα σχόλιά σας θα τα μετατρέπουμε εμείς σε Ελληνικά

  • Οι άνθρωποι δημιουργήθηκαν για να αγαπηθούν. Τα πράγματα δημιουργήθηκαν για να χρησιμοποιηθούν. Ο λόγος που ο κόσμος είναι μέσα σε ένα χάος, είναι γιατί τα πράγματα έχουν αγαπηθεί και οι άνθρωποι έχουν χρησιμοποιηθεί!

  • Τελευταία γίνεται ένας μεγάλος ντόρος σχετικά με τα "ελληνικά προϊόντα" και τα barcodes που έχουν στις συσκευασίες τους, των οποίων barcode αρχίζουν (υποτίθεται) με 520 ή 521. "Λάθος μεγάλο!!!!" ... Κάνε κλικ στην παραπάνω εικόνα για πλήρη ενημέρωση

Archive for 17 Απριλίου 2012

Έσβησε ο Δημήτρης Μητροπάνος

Posted by Συλλέκτης Αναλέκτων στο 17/04/2012

Την τελευταία του πνοή άφησε σήμερα το πρωί μία μεγάλη φωνή του ελληνικού πενταγράμμου. Ο Δημήτρης Μητροπάνος πέθανε σε ηλικία 64 ετών από ανακοπή καρδιάς, αφήνοντας πίσω του μία σπουδαία διαδρομή στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Τα τελευταία χρόνια είχε δώσει μάχη για να αντιμετωπίσει σοβαρά προβλήματα υγείας.
Ο Μητροπάνος γεννήθηκε στην Αγία Mονή Τρικάλων στις 2 Απριλίου του 1948. Προτού τελειώσει το γυμνάσιο άρχισε να δουλεύει σαν τραγουδιστής.
Στην ίδια ηλικία, έπειτα από παρότρυνση του Γρηγόρη Μπιθικώτση, επισκέφθηκε την εταιρεία Κολούμπια. Εκεί γνώρισε τον Γιώργο Ζαμπέτα, δίπλα στον οποίο δούλεψε στα «Ξημερώματα». Όταν αναφερόταν στον Γ. Ζαμπέτα έλεγε πως ήταν «ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα».
Το 1966 συνεργάστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη, ερμηνεύοντας μέρη από τη «Ρωμιοσύνη» και το «Άξιον Εστί» σε μια σειρά συναυλιών στην Ελλάδα και την Κύπρο. Το 1967 ηχογράφησε τον πρώτο του 45άρη δίσκο, με το τραγούδι «Θεσσαλονίκη».
Το 1972, χρονιά-σταθμός στην καλλιτεχνική του πορεία, συνεργάστηκε με τον Δήμο Μούτση και τον Μάνο Ελευθερίου στον «Άγιο Φεβρουάριο».
Στη μακρόχρονη πορεία του στο ελληνικό τραγούδι, ο Δημήτρης Μητροπάνος συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους δημιουργούς του λαϊκού αλλά και του έντεχνου τραγουδιού. Γιώργος Ζαμπέτας, Μίκης Θεοδωράκης, Δήμος Μούτσης, Απόστολος Καλδάρας, Τάκης Μουσαφίρης, Χρήστος Νικολόπουλος, Γιάννης Σπανός ήταν οι συνθέτες με τους οποίους συνδέθηκε επαγγελματικά, χτίζοντας μια καριέρα συνυφασμένη με την ελληνική λαϊκή μουσική παράδοση, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’80.
Η συμμετοχή του σε δίσκους των Λάκη Παπαδόπουλου και Νίκου Πορτοκάλογλου ανέδειξαν εκείνη την εποχή την ευρεία γκάμα της ερμηνείας του και προανήγγειλαν μια στροφή στον τρόπο ερμηνείας του, που οδήγησε σε μια σειρά από δίσκους που άλλαξαν σε μεγάλο βαθμό την έννοια του καλού σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού.
Η συνεργασία του με τον Θάνο Μικρούτσικο στο δίσκο «Στου Αιώνα την Παράγκα», σε στίχους Άλκη Αλκαίου, Κώστα Λαχά, Λίνας Νικολακοπούλου και Γιώργου Κακουλίδη, ήταν η στροφή του ερμηνευτή σε ακόμα πιο «έντεχνες» διαδρομές, διατηρώντας και πάλι την ταυτότητα του λαϊκού.

Η τελευταία του συνέντευξη…

Ο Δημήτρης Μητροπάνος, σε μία από τις τελευταίες του συνεντεύξεις τον περασμένο Δεκέμβριο για το περιοδικό DOWΝ TOWN, μίλησε στην Κάλλια Καστάνη για τα πέτρινα χρόνια, το τραγούδι, την πολιτική και το θάνατο…
Το τραγούδι, λέει ο Μητροπάνος, δεν του το ΄μαθε κανένας. Το ΄μαθε μόνος του από τις καντάδες, στις γειτονιές. Κι από ένα ραδιόφωνο που έπαιζε Τσιτσάνη, Μάρκο και Καζαντζίδη. «Δεν έμαθα ποτέ μουσική, δεν ξέρω μουσική. Δεν ξέρω που γράφεται το ντο, δεν ξέρω κανένα όργανο, δεν ξέρω τίποτα. Μια φορά αποφάσισα να μάθω λίγη κιθάρα, και πήγα στον Γεράσιμο τον Μηλιαρέση, έναν από τους καλύτερους κιθαρίστες. Αυτός όμως το ΄δε να με κάνει Σεγκόβια !«Είναι κρίμα», μου’ λεγε «έχεις καταπληκτικά χέρια, έχεις ταλέντο». Τον χαιρέτησα κι έφυγα. Δεν το ‘χα σκοπό να μάθω, ούτε διάθεση – είχα το σχολείο μου, είχα τόσα πράγματα δεν ήθελα να βάλω κι άλλο μπελά στο κεφάλι μου. Βέβαια, τόσα χρόνια που δουλεύω, με τόσους κιθαρίστες, κάτι θα μπορούσα να ΄χω πιάσει. Ε, τεμπελάκος ήμουνα, τ’ άφησα και πέρασε έτσι το πράγμα….»
Για τον εαυτό του δεν φοβάται ; «Για μένα ; Όχι. Τι να φοβηθώ ; Χορτάτος είμαι. Στη ζωή μου και καλά πέρασα και άσχημα πέρασα και «πέρα» πήγα και γύρισα. Όλα τα ΄κανα»
Δηλώνει «πάντα αριστερός και ΚΚΕ». Θρήσκος δεν είναι, ομολογεί όμως πως είδε το «χέρι του Θεού», στη ζωή του. Που ; «Στο θέμα της υγείας μου κατ’ αρχήν. Όταν πήγε ο σταφυλόκοκκος στο αίμα και πειράχτηκε το νεφρό μου, όλοι με είχαν για ξεγραμμένο. Χρειάστηκε να πάω στη Γαλλία για να μου πουν πως η μεταμόσχευση ήταν μια υπόθεση ρουτίνας… Είναι όμως κάποιες εξήντα μέρες, στο νοσοκομείο – εκεί στην πρώτη νοσηλεία μου, πριν την επέμβαση – που οποίες δεν υπάρχουν καν στο μυαλό μου. Δεν ήμουν σε κώμα, αλλά δεν γνώριζα, δεν επικοινωνούσα με κανένα, έλεγα περίεργα πράγματα, είχα παραισθήσεις. Είναι σαν να μην τις έζησα ποτέ αυτές τις μέρες – μου τις διηγηθήκανε μετά. Αν συμφιλιώθηκα με την ιδέα του θανάτου ; Δεν ξέρω, δεν κουβέντιασα ποτέ με τον εαυτό μου τέτοια πράγματα, ούτε με απασχόλησαν ποτέ. Ένα γεγονός της ζωής είναι και ο θάνατος. Κάποτε, μοιραία, θα έρθει. Την ανημπόρια δεν θέλω εγώ. Αυτό, φοβάμαι περισσότερο απ’ όλα. Αυτό, μόνο».
Λίγο αμήχανα, σαν να απολογείται, μου λέει πως ζει μια «απλή ζωή» – διαβάζει, βλέπει φίλους, κουβεντιάζει με τις κόρες του – την 17χρονη Αναστασία και τη 14χρονη Μυρσίνη, τις «αδυναμίες» του. Γήπεδο και μπάλα, που και που, λίγη τηλεόραση – ειδήσεις κυρίως και ταινίες. Reality και talent shows δε βλέπει. «Αυτά γίνονται για να τα βλέπει ο κόσμος και να γελάει. Πάνε κάτι άσχετοι και κρίνουνε το φόρεμα της τραγουδίστριας, και πως δεν πρέπει να είναι ο τραγουδιστής κοντός, ή χοντρός ή φαλακρός γιατί είναι λέει αντιαισθητικό. Όπα! Εν αρχή ην η φωνή και μετά πάμε για τα υπόλοιπα. Δεν κατάλαβα δηλαδή πρέπει να είμαστε όλοι Ρουβάδες ; Εντάξει ο Ρουβάς έτυχε να είναι αυτός που είναι και μπράβο του. Πέρα από κει τι γίνεται ;»
Λαϊκό τραγούδι ; Γίνεται ; «Όχι. Το τραγούδι είναι μια σύνθετη υπόθεση, Θέλει παρέα. Αυτή η απομόνωση τώρα, που όλα τα παιδιά έχουν στο σπίτι τους, κομπιούτερ και ηχοσύστημα δεν θα φτιάξει ποτέ λαϊκό τραγούδι. Το λαϊκό τραγούδι δεν είναι κλασική μουσική, θέλει ψυχή, πόνο και μοίρασμα. Άμα διαβάσεις ιστορίες το πως γράφανε οι παλιοί, θα καταλάβεις. Μαζευόντουσαν π.χ. πέντε – έξι, ο Παπαϊωάννου, ο Μπιθικώτσης και λέγανε «σήμερα, θα πάμε στου Τσιτσάνη». Και πηγαίνανε, κάθονταν, τρώγανε, πίνανε, πιάναν τα μπουζούκια τους και σκαρώνανε μελωδίες και στιχάκια. Τώρα ο καθένας ζει μόνος του. Πώς να γίνει το τραγούδι ;»
Σαράντα πέντε χρόνια τραγουδάει. Το συνήθισε ή ακόμα; «Όχι. Και τρακ έχω πριν βγω στην πίστα– δε φεύγει αυτό. Ποτέ. Θυμάμαι, μια φορά είχε έρθει στο κέντρο ο Μπιθικώτσης να με δει και έκατσε πρώτο τραπέζι φάτσα κάρτα. Τρέμανε τα πόδια μου εμένα – και ήμουνα και πενήντα χρονών, δεν ήμουνα κάνα παιδάκι. Αλλά εντάξει… Ήταν ο Μπιθικώτσης! Να, τέτοια τρακ έχω. Αν μου έχει περάσει από το μυαλό να αποσυρθώ ; Βεβαίως ! Πάντα έλεγα «σε πέντε χρόνια θα σταματήσω το τραγούδι»….»

Posted in Ελλάδα, Ενημέρωση, Ιστορία, Μουσική, Τέχνη | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »

Το ανέκδοτο της ημέρας 17/4/2012

Posted by Συλλέκτης Αναλέκτων στο 17/04/2012

Ένας παπάς και μία καλόγρια χάνονται σε μία χιονοθύελλα κι εκεί που περπατούσαν εντελώς αποπροσανατολισμένοι ξαφνικά βλέπουν ένα ωραίο σπίτι.
Ανοίγουν την πόρτα και μπαίνουν μέσα, αλλά δεν ήταν κανείς.
Δεν πειράζει σκέφτηκαν και πήγαν να κοιμηθούν, αλλά υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι κι έτσι ο παπάς το παραχώρησε στην καλόγρια και θα κοιμόταν ο ίδιος στο πάτωμα μέσα σε έναν υπνόσακο.
Εκεί που είχε ξαπλώσει αυτός και είχε κλείσει και το φερμουάρ του υπνόσακου, του λέει η καλόγρια:
– Πάτερ, κρυώνω.
– Αδερφή, κάτσε στο κρεβάτι, θα πάω να σου φέρω εγώ να σκεπαστείς.
Πάει μέσα, ανοίγει τη ντουλάπα, της φέρνει μία κουβέρτα.
Ξαναπέφτει για ύπνο στο πάτωμα, όταν μέσα σε δύο λεπτά:
– Πάτερ, ακόμα κρυώνω.
– Αδερφή, μην ανησυχείς, θα σου φέρω εγώ κουβέρτα.
Πάει πάλι μέσα, ανοίγει τη ντουλάπα και της φέρνει κι άλλη κουβέρτα.
Ξαναπέφτει για ύπνο, οπότε γυρνάει σε ένα λεπτό πάλι η καλόγρια:
– Πάτερ, κάνει πολύ κρύο γιατί εγώ ακόμα κρυώνω.
– Αδερφή, κοίτα. Είμαστε μόνοι μας στη μέση του πουθενά και δεν μας βλέπει κανένας.
Θα σε πείραζε για απόψε να κάνουμε ότι κάνει ένα παντρεμένο ζευγάρι;
– Όχι πάτερ, δεν θα με πείραζε.
– Ε τότε σήκω πάνω και πάρε μόνη σου τη γαμημένη την κουβέρτα

Posted in Ανέκδοτα πονηρά | Με ετικέτα: , , | Leave a Comment »